Σε βλέπω να μεγαλώνεις. Να εκφράζεις τις επιθυμίες σου, να προσπαθείς να σπρώξεις τα όριά σου, να κάνεις ζουζουνιές. Να μου λες «προσποιήσου ότι δεν με είδες» και να κάνω σαν να σε ψάχνω κάτω από ένα σεντόνι. Να πηγαινοερχόμαστε μες στο σπίτι, ενώ εσύ κρέμεσαι από την πλάτη μου, σαν μαϊμουδάκι. Να κατανοείς τα συναισθήματά σου όταν έχεις θυμώσει και να ζητάς τον χώρο σου, αλλά και χρόνο για να ηρεμήσεις.
Ακόμη και να διαπραγματεύεσαι με την υπέροχη αθωότητα των (σχεδόν) πέντε ετών.
«Θα διαβάσουμε δύο ιστορίες», σου λέω.
«Θα ήθελα τέσσερις. Δεν είναι αργά ακόμη!»
«Τρεις, σύμφωνοι;» (για να δω την αντίδρασή σου, σκέφτομαι)
«Ναι, τέλεια, τρεις».
Σάββατο απόγευμα #1
Στην παραλία. Έχεις νέα γυαλιά για τη θάλασσα, το νερό φτάνει ως το γόνατό σου και πηδάμε ταυτόχρονα πάνω από τα κύματα που έρχονται. «Μπαμπά, μπαμπά, έρχεται ένα μεγάλο. Σήκωσέ με!», και σε πιάνω από τη μέση, σε σηκώνω ψηλά, πάνω από το κύμα. Είχα σχεδόν βγει από το σώμα μου και με έβλεπα από μακριά: πόσο πολύ διασκεδάζαμε και πόσο βλαμμένα χαρούμενος έδειχνα, που πηδούσα πάνω από κύματα που έφταναν λίγο πιο πάνω από τον αστράγαλό μου.
Σάββατο απόγευμα #2
Τα σουβλάκια έχουν έρθει και σχεδόν έχουμε τελειώσει το ποπ κορν πριν ξεκινήσουμε το WALL-E. Βλέπουμε την ταινία όλοι στον καναπέ και προς το τέλος της ταινίας σε ακούω να ρωτάς με παράπονο γιατί ο Γουόλ-ι δεν θυμάται την Εύα. Η φωνή σου ακούγεται σπασμένη. Γυρνάω και βλέπω τα μάτια σου δακρυσμένα από τη συγκίνηση. Ήταν η πρώτη φορά που σε βλέπω να δακρύζεις σε ταινία.
Ακούγεται κλισέ, το ξέρω, αλλά σε βλέπω να μεγαλώνεις και μέσα από εσένα ξαναθυμάμαι εμένα. Ήταν δυο από τις στιγμές αυτού του καλοκαιριού που τις καταγράφω για να μην τις ξεχάσω ποτέ.
Σχόλια (0)